1970 και κάτι. Οι σπουδές στο εξωτερικό και τα μεταπτυχιακά άπιαστο όνειρο για τα περισσότερα παιδιά του χωριού μας. Προνόμιο ελαχίστων και εκλεκτών, των λεφτάδων.

 

Ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Νίκος. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας του χωριού, έφυγε για δύο χρόνια στο Λονδίνο για μεταπτυχιακά. Τα κατάφερε και με μεταπτυχιακό τίτλο στη βαλίτσα, γύρισε στο χωριό. Στο σπίτι χαρές και πανηγύρια για την υποδοχή. Η γιαγιά που τον μεγάλωσε πρωτοκαθεδρία. Εφτασε το ταξί κι ο Νίκος χάθηκε στην αγκαλιά των γονιών του.

 

Η γιαγιά, όταν τον είδε από μακριά, ταράχτηκε.

- Είνι του δκό μας του μουρό; Μεις στείλαμι κουπιλάρ’ τσι τούτου είνι κουπιλούδ’, μονολόγησε.

 

Κι αυτό, γιατί ο Νίκος στο Λονδίνο, παράλληλα με τις σπουδές του, ακολούθησε τη μόδα της εποχής – πάρτι, γιεγιέδες, χίπηδες- μη ξεπερνώντας όμως τα όρια για κάτι άσχημο. Απλά, άφησε τα μαλλιά του μακριά κι ακολούθησε τη μόδα ενδυματολογικά.

 

Χαμηλώνοντας τα μάτια της από το πρόσωπο του παιδιού, βλέπει τα ρούχα του. Δεύτερο σοκ! Και τα δυο μπατζάκια του  πανταλονιού σχισμένα, και στα δυο μπαλώματα αταίριαστα, «δυουλουγίτκα» κατά το λεξιλόγιό της.

- Μανούδαμ’ μη τυχόν τσι βγει έδιας στου τσαρσί. Στου μπαντό θάτουν βγάλειν, σκέφτηκε μέσα της.

 

Και έξω φωνή είπε στον εγγονό της:

- Μουρέλιμ’ σι τειλιώσαν’ τα λιφτά; Τι παντιλόν’ είνι φτο που φουρείς;

- Γιαγιά, είναι μόδα, της εξήγησε το παλληκάρι. Είναι ολοκαίνουργιο. Είναι μάρκα, και μάλιστα κοστίζει πολύ ακριβά.

 

Και η γιαγιά πολύ προβληματισμένη και απορημένη:

- Κοίτα χρόνια! είπε. Τώρα είνι ούλα εύκουλα. Τσι γω τόσα χρόνια που έσκουμ’ να βρω μπαλώματα να τιριάζειν!